greek27912
ΤΑΔΕ ΕΦΗ

Η ελληνική γλώσσα εμπλουτίζεται…

Του Μπάμπη Σκυργιάννη Strofilos - Mega Sotira - February 2011 35_1

από τη στήλη του κυκλο-φ-οριακα

 

Δύο νέα ρήματα προστέθηκαν τελευταία στην ταλαίπωρη γλώσσα μας:
Το ρ. σκρατσάρω και το ρ. μπουστάρω (μην πάει ο νους στο κακό).
Το πρώτο προκύπτει από το αγγλικό ρ. scratch, που σημαίνει ξύνω, (αφήνω σημάδι) γρατζουνάω. Μπήκε στη ζωή μας μέσω του τζόγου, όταν τα αγγλοτραφή (;) ξεφτέρια του ιδιωτικού ΟΠΑΠ, που προφανώς δεν τους αρέσει να το ξύνουν, αποφάσισαν να μετονομάσουν το τυχερό παίγνιο «Ξυστό» σε «Σκρατς». Με την δελεαστική προσθήκη «τύχη στη στιγμή». Από ‘κει και μετά όλα ήταν απλά: τι το κάνω το «σκρατς»; το σκρατσάρω! αόριστος: σκρατσάρησα ή και σκράτσαρα, παρατατικός: σκρατσάρηζα, μέλλοντας: θα σκρατσάρω (και θα τα πιάσω…), παρακείμενος: έχω σκρατσάρει μετοχή: σκρατσάροντας και σκρατσαρισμένος προστακτική σκρατσάρησέ το! Πώς λέγεται η πράξη του σκρατσάρειν (απαρέμφατο!); Λέγεται σκρατσάρισμα (ουσιαστικό) – πληθυντικός: τα σκρατσαρίσματα. Υπάρχει και σχετικό σύνθημα: «για να χαρείς σκρατσάρισμα».
Κατόπιν αυτών προτείνω ευθαρσώς την εισαγωγή του ευγενούς και ιδιαιτέρως ευήχου αυτού ρήματος στις κλασικές φράσεις: «σκρατσάρω την κούτρα μου να κατεβάσει ιδέες», «μη μου σκρατσάρεις την πληγή» και στην λιγότερο κλασική, πλην λίαν ταιριαστή στους τεμπέληδες φράση: «όλη μέρα σκρατσάρει τ’ αχαμνά του».
Το δεύτερο είναι πιο «σοφιστικέ» (= εξεζητημένο, εκλεπτυσμένο, κομψό, πολύπλοκο, εξελιγμένο). Έρχεται από τον χώρο των ηλεκτρονικών υπολογιστών και των οχημάτων. Επίσης από τα αγγλικά (την «κοινή ελληνιστική» στους αιώνες που ζούμε), από το ρ. boost, που σημαίνει ωθώ, σπρώχνω, τονώνω, ενισχύω, εντείνω, αυξάνω, ανεβάζω. Μπουστάρω έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή σημαίνει βελτιώνω τα χαρακτηριστικά του, αυξάνω τις επιδόσεις του, τον κάνω πιο «δυνατό» π.χ. μέσω καλύτερου επεξεργαστή (2-πύρινοι, 4-πύρηνοι, 8-πύρηνοι), αύξησης της μνήμης RAM, ταχύτερου σκληρού δίσκου (HDD-SSD) κλπ. Μπουστάρισμα ενός οχήματος είναι αυτό που (πολύ λίγο) παλαιότερα το λέγαμε «πουσάρισμα» (το ρ. boost έχει και την έννοια του push up, αλλά όχι βέβαια των κάμψεων (πουσάπς)-το πλήρες μπάχαλο των μεταφορών εκφράσεων της «φτωχής» αγγλικής γλώσσας στα «μοντέρνα» ελληνικά).
Μπουστάρω, λοιπόν. Χρόνοι και κλίση ότως το ρ. τρακάρω. Προστακτική (πολύ χρήσιμη φωνή τα τελευταία χρόνια, είναι αυτή που δημιουργεί τους μεγάλους τζίρους: έλα!, ζήστο! (αντί για ζήσ’ το!…), κέρδισε!, παίξε!, σκρατσάρησε!, αγόρασε!) μπουστάρησέ το! (το μηχάνημα, εννοείται). Κατά το «τρακαρισμένο» αυτοκίνητο, όμοια και το «μπουσταρισμένο» αυτοκίνητο.
Κι ο Θεός να φυλάει.
Πράγματι χρειαζόμαστε καινούργια λεξικά, για την ακρίβεια λεξι-πενι-κά. Διότι σαφώς περί λεξιπενίας πρόκειται, όταν χρειαζόμαστε λεξικά για να «ενσωματώσουμε» λέξεις όπως οι ως άνω, μαζί με σερφάρω (στο διαδίκτυο), χακάρω (διαδικτυακούς λογαριασμούς), σελφάρω (ναρκισσεύομαι φωτογραφικώς), γκουγκλάρω, σκανάρω, τριπάρω, χωρίς καμία απολύτως παραπέρα γλωσσική βάσανο.
Για να προστεθούν στην στρατιά των παρομοίων ρημάτων σε -άρω, τα οποία, καθώς φαίνεται, με ανάλογο τρόπο «τρύπωσαν» στην ελληνική γλώσσα: μαρσάρω, φρενάρω, καδράρω, κρεπάρω, πλασάρω, σεντράρω, γουστάρω – όλα με ρίζα σε αλλοδαπές λέξεις…