ΜΑΡΚΑΚΗΣ ΠΑΥΛΟΣ
ΤΑΔΕ ΕΦΗ

Αξίζουν οι “θυμωμένοι” ψηφοφόροι την ταπείνωση από τα αριστερά απωθημένα του 4%;

Του ΠΑΥΛΟΥ Γ. ΜΑΡΚΑΚΗ
π. Βουλευτή Μαγνησίας

Δεν είναι μακριά η ώρα που ο Αλέξης Τσίπρας θα πρέπει να αποφασίσει, εάν θα υπηρετεί τα πολιτικά συμφέροντα του κόμματός του ή τα συμφέροντα της χώρας.

Μόλις τρεις μήνες μετά τις εκλογές και ήδη οι δημοσκοπικές έρευνες δείχνουν διχασμό των ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος σε σημαντικά ζητήματα πολιτικής για τα οποία έδωσαν εντολή διακυβέρνησης στο ΣΥΡΙΖΑ.

Οι μισοί ψηφοφόροι του Αλέξη Τσίπρα (45%, βάσει έρευνας της ‘Καθημερινής της Κυριακής’) τάσσονται υπέρ της παραμονής στο ευρώ και οι άλλοι μισοί υπέρ της επιστροφής στη δραχμή. Διλήμματα που δεν είχαν τεθεί κατά την προεκλογική περίοδο και που προκύπτουν σήμερα με τις κυβερνητικές αποφάσεις και πολιτικές επιλογές.

Παράλληλα, έξι Νομοσχέδια που ήρθαν προς ψήφιση στη Βουλή, αποδείχθηκαν πολύ κατώτερα των προσδοκιών των πολιτών που συσπειρώθηκαν γύρω από την Κυβέρνηση. Όσοι δεν ήταν οπαδοί, αλλά ψήφισαν το κόμμα του Τσίπρα προσδοκώντας την “ανάσταση”, μέρα με τη μέρα συνεχίζουν να ανεβαίνουν τον δρόμο του “Γολγοθά” προσθέτοντας σε αυτόν και την αμφισβήτηση και των πιο αυτονόητων παροχών, όπως είναι η καταβολή μισθών και συντάξεων.

Όσοι κυκλοφορούμε καθημερινά ανάμεσα στους πολίτες, διαπιστώνουμε ότι οι εκλογικοί υποστηριχτές του ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως αυτοί που προέρχονται από τον κεντροδεξιό χώρο, βλέπουν ότι το κυβερνών κόμμα προσβάλει με τις ενέργειές του, το αξιακό τους σύστημα.

Σε θέματα που θεωρητικά δεν έχουν δημοσιονομικές επιπτώσεις – τελικά όλα έχουν – η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΕΛ εφαρμόζει τα αριστερά απωθημένα. Αποφασίζει την απελευθέρωση τρομοκρατών. Επιβραβεύει τις καταλήψεις και πολλές φορές τις επαινεί.
Κάνει πισωγυρίσματα αναχρονιστικά στη λειτουργία της εκπαίδευσης. Διατυπώνει τις αριστερές της ιδεοληψίες και επιτείνει για τη χώρα μας, το ήδη δύσκολο θέμα των μεταναστών.

Αντί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του ποδοσφαίρου, οδηγεί την χώρα σε έναν ακόμη παγκόσμιο αποκλεισμό.

Αντί να υποστηρίξει την αυτοδυναμία της αυτοδιοίκησης την κάνει περισσότερο εξαρτώμενη από την Κεντρική εξουσία.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και την καθημερινή αβεβαιότητα και ανησυχία της οικονομικής και τουριστικής δραστηριότητας που προέκυψε, αντιστρέφοντας τις προβλέψεις, προκύπτουν αβίαστα τα μεγάλα ερωτήματα.
Πόσο θα αντέξει ο πρωθυπουργός και η παρέα του να κρατά “χαμηλά” τις αντιδράσεις εντός και εκτός κόμματος;

Για πόσο καιρό ακόμη όσοι προσδοκούσαν στο “θαύμα” που ευαγγελίζονταν ο ΣΥΡΙΖΑ θα παραμείνουν “πιστοί” και ανεκτικοί; Θα συνεχίσουν να ανέχονται σχεδόν σιωπηλά τα τεκταινόμενα και τις επικίνδυνες ακροβασίες και πειραματισμούς της κυβέρνησης;
Πόσο ακόμη περισσότερο άπειρη, ανίκανη και επικίνδυνη θα αποδειχθεί αυτή η κυβέρνηση στη διαχείριση της χώρας;

Και τελικά αξίζει μια άστοχη και κακή επικοινωνιακή πολιτική της προηγούμενης Κυβέρνησης – που στην ουσία οδήγησε μια μεγάλη μερίδα ψηφοφόρων της στην δοκιμή μιας αλλαγής διακυβέρνησης – να υφίσταται σήμερα την υλοποίηση των αριστερών απωθημένων του 4%;;

Επιβάλλεται ο πολιτικός χώρος του καθαρού ευρωπαϊκού προσανατολισμού να εκπονήσει ένα ρεαλιστικό ελπιδοφόρο αφήγημα που να οδηγεί με σαφές χρονοδιάγραμμα σε οριστική λύση του αδιεξόδου.
Σήμερα είμαστε, ως πολίτες, περισσότερο προβληματισμένοι παρά θυμωμένοι και γι’ αυτό μπορούμε να κάνουμε ψύχραιμες συγκρίσεις λόγων και έργων.

Τα πρόσωπα που θα κλιθούν να υλοποιήσουν αυτό το ρεαλιστικό πρόγραμμα έχουν μεγάλη σημασία. Οπωσδήποτε πρέπει να αποπνέουν εμπιστοσύνη ώστε να μην ξαναγίνουν τα ίδια λάθη.

Πλησιάζει, λοιπόν, ο καιρός να δρομολογηθεί η διαδικασία για την ανάδειξή τους.